Θησαυρός  Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών

ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ



Πληροφορίες  Αλβαβητική Ταξινόμηση  Εννοιολογική Ταξινόμηση

53. θαῦμα { Συναίσθημα }


Ουσ. θαῦμα θαύμα, αξιοθαύμαστο γεγονός, θαυμασμός, έκπληξη
θαυμασμός έκπληξη, θαυμασμός
θάμβος έκπληξη, ισχυρός θαυμασμός

Ρ. θαυμάζω θαυμάζω, μένω έκθαμβος, είμαι έκπληκτος, βλέπω με θαυμασμό και έκπληξη
θαυμαίνω θαυμάζω, κοιτώ με θαυμασμό
θαυμασιουργέω κάνω θαύματα, εκτελώ θαυμαστά πράγματα
ἐκπλήσσομαι εκπλήσσομαι, καταπλήσσομαι, ξαφνιάζομαι
ἄγαμαι θαυμάζω, είμαι έκπληκτος
ἐν θαύματι εἰμί είμαι έκπληκτος

Επίθ. θαυμάσιος αξιοθαύμαστος, θαυμάσιος, εκπληκτικός, υπέροχος
θαυμαστικός [αυτός που έχει την τάση να θαυμάζει ή να εκπλήσσεται] θαυμαστικός
θαυμαστός έξοχος, υπέροχος, εκπληκτικός
θαυμαστέος [αυτός που αξίζει να θαυμάζεται] αξιοθάυμαστος, άξιος θαυμασμού
θαυμαλέος θαυμαστός, φοβερός
ἔκθαμβος έκπληκτος, κατάπληκτος

Επίρ. θαυμασίως θαυμάσια
θαυμαστῶς θαυμαστά

Φρ. θαῦμα ἰδέσθαι θαυμάσιο πράγμα να το δει κανείς