Θησαυρός  Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών

ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ



Πληροφορίες  Αλβαβητική Ταξινόμηση  Εννοιολογική Ταξινόμηση

130. ἐξουσία { Βούληση }


Ουσ. ἐξουσία δύναμη, αρχή, εξουσία, ισχύ
τιμή αρχή, εξουσία, βασιλεία
ἀρχή εξουσία, αρχή, βασίλειο, αξίωμα
ἡγεμονία ανώτατη αρχή, εξουσία

Ρ. ἐξουσιάζω ασκώ εξουσία
ἄρχω κυβερνώ, διοικώ, εξουσιάζω, κυριεύω, ηγεμονεύω, δεσπόζω
βασιλεύω είμαι βασιλιάς, άρχω, βασιλεύω, κυριαρχώ, εξουσιάζω
κρατέω άρχω, κατέχω εξουσία, κυβερνώ, κατακτώ, κυριαρχώ, επικρατώ
κυριεύω είμαι κύριος, είμαι άρχοντας, κατέχω, εξουσιάζω

Επίθ. ἐξουσιαστικός [αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην εξουσία] εξουσιαστικός, δεσποτικός
ἡγεμονικός κυβερνητικός, αρχηγικός
βασιλικός βασιλικός, μεγαλοπρεπής, δεσποτικός

Επίρ. ἐξουσιαστικῶς με το δικαίωμα που παρέχει η νόμιμη εξουσία, έγκυρα
ἡγεμονικῶς με τρόπο που αρμόζει σε ηγεμόνα, ηγεμονικά

Φρ. οἱ ἐν τιμαῖς αυτοί που κατέχουν τα ανώτατα αξιώματα
ἀρχῆς τετευχώς, ἴσθι ταύτης ἄξιος Όταν καταλάβεις την εξουσία, να φανείς αντάξιός της