Θησαυρός  Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών

ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ



Πληροφορίες  Αλβαβητική Ταξινόμηση  Εννοιολογική Ταξινόμηση

128. ζῆλος { Συναίσθημα }


Ουσ. ζῆλος συναγωνισμός, ενθουσιώδης άμιλλα, ευγενές πάθος
προθυμία διάθεση, προθυμία, ετοιμότητα, ζήλος
ἅμιλλα αγώνας για επικράτηση, αγώνας για συμπλοκή
σπουδή ζήλος, μόχθος, προσπάθεια, προθυμία

Ρ. ζηλόω παλεύω με ζήλο για να επιτύχω, παλεύω με ζήλο να αποκτήσω κάτι
ἁμιλλάομαι συναγωνίζομαι, φιλονικώ
προθυμέομαι είμαι πρόθυμος, είμαι ενθουσιώδης, έχω ζήλο να κάνω ένα πράγμα, δείχνω ζήλο, δείχνω προθυμία, προθυμοποιούμαι, φιλοτιμούμαι

Επίθ. πρόθυμος πρόθυμος, ευδιάθετος, ενθουσιώδης, αυτός που έχει ζήλο
ζηλήμων [αυτός που έχει ζήλο, θερμό ενδιαφέρον] πρόθυμος, ένθερμος, έτοιμος, σύμφωνος
ζηλωτικός [αυτός που είναι γεμάτος ζήλο ή ενθουσιασμό] ενθουσιώδης, πρόθυμος, ένθερμος

Επίρ. προθύμως με προθυμία, με ζήλο, έμπρακτα
προφρονέως με προθυμία, με ζήλο, με ευχαρίστηση
σπουδῇ (σε δοτική) με προθυμία, με ζήλο, με σοβαρότητα

129. φθόνος { Συναίσθημα }


Ουσ. φθόνος κακή διάθεση, φθόνος, ζήλια
ζηλοτυπία ζήλια, φθόνος, αντιζηλία, ζηλοφθονία
μοχθηρία κακία, πονηρία, αντιζηλία, εξαχρείωση

Ρ. φθόνον ἔχω αισθάνομαι φθόνο, αισθάνομαι ζήλια, επισύρω φθόνο, επισύρω δυσαρέσκεια
ζηλόω (με αρνητική σημασία) ζηλεύω, φθονώ, τρέφω ζηλότυπα αισθήματα, είμαι ζηλόφθονος
ζηλοτυπέω ζηλεύω, φθονώ
παραζηλόω προκαλώ ζηλοτυπία, προκαλώ φθόνο

Επίθ. φθονερός κακός, ζηλιάρης, μνησίκακος
ζηλήμων [αυτός που έχει φθόνο] ζηλιάρης, ζηλότυπος, ζηλόφθονος
ζηλαῖος ζηλιάρης, ζηλόφθονος, φθονερός, ζηλότυπος
ζηλότυπος ζηλιάρης, φθονερός
μοχθηρός πονηρός, πανούργος, ζηλόφθονος

Επίρ. ζηλοτύπως με ζήλια, με φθόνο

Φρ. Κρέσσων γάρ οἰκτιρμοῦ φθόνος Καλύτερα να σε φθονούν παρά να σε λυπούνται