Θησαυρός Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών
ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ
Πληροφορίες Αλβαβητική Ταξινόμηση Εννοιολογική Ταξινόμηση
126. στρατεία { Δράση }
Ουσ. στρατεία εκστρατεία, πολεμική καμπάνια, εξόρμηση
στράτευμα εκστρατεία, πολεμική καμπάνια, εξόρμηση, στρατιά, στράτευμα
στρατός στράτευμα, σύνολο στρατιωτών, σώμα ανδρών
στρατία στράτευμα, στρατιά, στρατιωτική δύναμη, λόχος, τάγμα
ἐκστρατεία αναχώρηση στρατού
στράτευσις εκστρατεία
στρατιώτης στρατιώτης, οπλίτης, πολεμιστής
Ρ. στρατεύω υπηρετώ στον πόλεμο, υπηρετώ ως στρατιώτης, υπηρετώ στρατιωτική θητεία, εκστρατεύω, πορεύομαι εναντίον κάποιου
στρατείαν ἄγω οδηγώ σε εκστρατεία
ἐκστρατεύω οδηγώ σε εκστρατεία, αρχίζω εχθροπραξίες
ἐξορμάω στέλνω σε πόλεμο
στρατοπεδεύω εγκαθίσταμαι σε στρατόπεδο, καταλαμβάνω στρατιωτική θέση, καταλύω σε στρατόπεδο
Επίθ. στρατιωτικός στρατιωτικός, πολεμικός, φιλοπόλεμος, πολεμοχαρής
στρατεύσιμος [κατάλληλος για στρατιωτική υπηρεσία] στρατεύσιμος
Επίρ. ἀπὸ στρατείας μετά από εκστρατεία, κατά την επιστροφή από εκστρατεία
κατὰ τὴν στρατείαν κατά τον καιρό εκστρατείας
Φρ. στρατὸς ἀνδρῶν Στρατιωτική δύναμη