Θησαυρός Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών
ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ
Πληροφορίες Αλβαβητική Ταξινόμηση Εννοιολογική Ταξινόμηση
115. ψυχή { Νους }
Ουσ. ψυχή [ως σημείο ζωής] πνοή, αναπνοή, ζωή
πνεῦμα [η ψυχή σε αντίθεση με το σώμα] πνεύμα
καρδία [ως έδρα της θέλησης, των επιθυμιών και των παθών] καρδιά, ψυχή
νοῦς [ως όργανο του νου] μυαλό, διάνοια, κρίση, λόγος, σκέψη, αντίληψη, νοημοσύνη
ψυχαί άνθρωποι, ψυχές
Ρ. ψύχω πνέω
ψυχόω δίνω ψυχή, δίνω ζωή, καθιστώ κάτι έμψυχο
Επίθ. ψυχήϊος έμψυχος, ζωντανός
ψυχικός [αυτός που ανήκει στην ψυχή] πνευματικός
ὁλόψυχος εγκάρδιος, ένθερμος
εὔψυχος γενναιόψυχος, θαρραλέος, άφοβος, ψυχωμένος
Επίρ. ψυχικῶς ως προς την ψυχή, κατά την ψυχή, με την ψυχή
ψυχόθεν από την ψυχή
ὁλοψύχως με όλη την ψυχή, εγκαρδίως, ένθερμα
Φρ. ψυχῇ τε καὶ σώματι τόσο με το σώμα όσο και με την ψυχή