Θησαυρός  Αρχαίων ΕλληνικώνΝέων Ελληνικών

ON-LINE ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ - ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ



Πληροφορίες  Αλβαβητική Ταξινόμηση  Εννοιολογική Ταξινόμηση

105. ὑπεροχή { Ποσότητα }


Ουσ. ὑπεροχή υπεροχή, πρωτιά, ανωτερότητα
ἀριστεία υπεροχή, ανωτερότητα, γενναιοψυχία
ἡγεμονία προβάδισμα, υπεροχή, πρωτοπορία
νίκη επικράτηση, κυριαρχία, υπερίσχυση, υπερτέρηση
πλεονέκτημα πλεονέκτημα, απόκτημα, προνόμιο

Ρ. ὑπερέχω υπερισχύω, δεσπόζω, επικρατώ, υπερβαίνω
κρατέω υπερτερώ, υπερέχω, κυριαρχώ, διαφεντεύω, κυριεύω
προβιβάζω ωθώ προς τα εμπρός, εκτείνω, προβάλλω

Επίθ. ὑπέροχος προεξέχων, διακεκριμένος, διαπρεπής, εξαίρετος
ὑπέρτερος [αυτός που υπερέχει] ανώτερος, υψηλότερος, καλύτερος, ευγενέστερος, εξοχώτερος
ἄριστος κάλλιστος, ευγενέστατος, γενναιότατος, εξοχώτατος, υπέροχος
ὕπατος υπέρτατος, δεσπόζων, ύψιστος, άριστος
ἀνυπέρβλητος ακατανίκητος, αξεπέραστος, ασυναγώνιστος

Επίρ. ὑπερτέρως σε ανώτερη θέση
ἄριστα κάλλιστα, θεσπέσια, έξοχα

Φρ. ὑπεροχῆς γὰρ ἐπιθυμεῖ ἡ νεότης, ἡ δὲ νίκη ὑπεροχή τις Οι νέοι επιθυμούν να υπερέχουν και η νίκη είναι μια περίπτωση υπεροχής